Ο Πατούλης ξεδιπλώνει το «άλμπουμ» της ζωής του στην Espresso

Ηταν μόλις δύο ετών, όταν η δικαστική περιπέτεια του διαζυγίου των γονιών του τον απομάκρυνε από την αγκαλιά της μητέρας του για τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

Μεγάλωσε με πολλά ζόρια, «μετρώντας κουφέτα», σε μια γκαρσονιέρα των Πετραλώνων, κι ύστερα ο «γιος της Πόπης», όπως λένε την 84χρονη μητέρα του, έγινε ο πρόεδρος της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΕΔΕ), ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, ο επικεφαλής της κίνησης «Αθήνα – Πρωτεύουσα ξανά», αλλά και ο δήμαρχος Αμαρουσίου.

Ο Γιώργος Πατούλης ξεδιπλώνει στην «Espresso» το άλμπουμ της ζωής του: τα δύσκολα παιδικά χρόνια, την απόφαση να δώσει στην Ιατρική, το καμάκι στη λαμπερή σύζυγό του Μαρίνα και τους… δύο γάμους!

Αθηναίος με καταγωγή από την Κρήτη;
Ναι, η καταγωγή μου είναι από την Κρήτη. Ο πατέρας καταγόταν από το Καβούσι Ρεθύμνου και η μητέρα μου από τα Χανιά. Ομως οι γονείς μου βρέθηκαν στο Μοσχάτο κι ύστερα στα Πετράλωνα, όπου μεγαλώσαμε εγώ και ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο Γιάννης. Στην πορεία υπήρξε μια ατυχία οικογενειακή. Οι γονείς μου έπαψαν να είναι μαζί, όταν ήμουν δύο ετών. Εμείς μείναμε με τη μητέρα μου, αλλά πριν συμβεί αυτό, ήμασταν για τέσσερα χρόνια εσώκλειστοι σε μια σχολή.

Γιατί, τι συνέβη;
Τότε ήταν χρόνια περίεργα, δικαστήρια παράξενα, δυνάμεις ενδεχομένως μεγαλύτερες που επηρέασαν τις καταστάσεις… Δεν θέλω να κρίνω κανέναν και τίποτε. Η ουσία είναι ότι βρεθήκαμε τέσσερα χρόνια μακριά από τους γονείς. Εγώ επέστρεψα στο σπίτι μου, όταν ήμουν στη Β’ Δημοτικού. Η μητέρα μου είχε ένα μαγαζί με νυφικά – βαφτιστικά στα Πετράλωνα. Μας μεγάλωσε μόνη της. Το μαγαζί οδηγούσε σε μια «τυφλή» γκαρσονιέρα, σε φωταγωγό, κι εκεί μέναμε. Στο νοίκι φυσικά. Κοιμόμουν παιδάκι στο ίδιο κρεβάτι με τη μητέρα μου κι ο αδελφός μου σε ένα χολάκι.

Η μάνα μου κατασκεύαζε τεχνητά λουλούδια για γάμους και βαπτίσεις, κι εγώ, θυμάμαι, σε ηλικία 10 ετών κατέβαινα με ένα λεωφορείο στο Μοναστηράκι και πήγαινα χονδρικώς τα λουλούδια στα καταστήματα. Δουλεύαμε σκληρά και νυχθημερόν για να τα βγάλουμε πέρα. Ολοι περνούσαν καλά, για παράδειγμα, το Μεγάλο Σάββατο και το Πάσχα, κι εμείς εκεί…, έπρεπε να ετοιμάσουμε τους γάμους της Κυριακής του Θωμά ή τις λαμπάδες που έπρεπε να πουληθούν πριν από την Ανάσταση… Ξέραμε πως αν έμπαινε ο πελάτης στο μαγαζί, θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ζούμε, αν δεν έμπαινε, θα είχαμε πρόβλημα. Δύσκολα χρόνια, αλλά δεθήκαμε πολύ μέσα από όλα αυτά. Ιδιαίτερα εγώ κι ο Γιάννης.

Ο πατέρας που ήταν;
Ο πατέρας ουσιαστικά δεν υπήρχε. Μια δυο φορές το δίμηνο ερχόταν να μας δει και τίποτε άλλο. Πέθανε σε ηλικία 60 ετών, όταν εγώ μπήκα στην Ιατρική.

Δύσκολο πολύ για μια μάνα μόνη να μεγαλώνει δύο παιδιά. Πώς τα κατάφερε;
Δούλευε από δεκατριών ετών. Εγώ τη λέω ηρωίδα. Ηταν άντρας και γυναίκα μαζί. Μια γυναίκα χωρισμένη εκείνα τα χρόνια, που να δουλεύει με δύο παιδιά, ήταν πολύ δύσκολο. Το δε διαζύγιο ήταν για την εποχή εκείνη ένα μελανό σημείο. Είναι μια ηρωίδα μάνα που δεν ξανάφτιαξε ποτέ τη ζωή της. Δεν ήθελε επ’ ουδενί να μας αποχωριστεί για να κάνει τη ζωή της. Θυσιάστηκε για τα αγόρια της.

Πώς επηρέασε την ψυχή σας αυτό το επίπονο διαζύγιο των γονιών;
Πέρασα από κάποιες διακυμάνσεις μαθησιακές, γιατί δεν σας κρύβω ότι όλο αυτό με είχε πειράξει. Δεν ήμουν καλός μαθητής στο Δημοτικό. Από τη Γ’ Γυμνασίου όμως και μετά ήμουν ο πρώτος παντού.

Οταν, στα 15 μου, η μητέρα μου μού ζήτησε να μάθω την τέχνη της φωτογραφίας για να φωτογραφίζουμε στους γάμους, εγώ είπα πως θέλω να προχωρήσω στην Ιατρική. Το δέχτηκε, λέγοντάς μου: «Ευχαρίστως να σε βοηθήσουμε οι άλλοι δύο, αλλά να ξέρεις ότι πρέπει να πετύχεις στην Ιατρική Αθηνών, γιατί αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε». Ηταν μια ξεκάθαρη εξήγηση. Τον πρώτο χρόνο πέτυχα Οδοντιατρική, και τον δεύτερο Ιατρική, που ήθελα.

Γιατί Ιατρική;
Το ήθελα τόσο πολύ να γίνω γιατρός που στο δωμάτιό μου είχα τη φωτογραφία του Φλέμινγκ, που έλεγε: «Η αλήθεια βρίσκεται στη σιωπή του μικροσκοπίου». Και τώρα, ως πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών( ΙΣΑ), έχω την ίδια φωτογραφία στο γραφείο μου.

Ετσι που περιγράψατε πριν τη μητέρα σας, νομίζω είστε εσείς. Την κάνατε χαρούμενη στην πορεία;
Δεν ήταν μόνο η μάνα μας χαρούμενη, αλλά και όλη η γειτονιά. Ακόμη και σήμερα γνωρίζουν στα Ανω και τα Κάτω Πετράλωνα την κυρία Πόπη με τα νυφικά. Είμαστε τα παιδιά της Πόπης. Ετσι μας έλεγε όλη η γειτονιά. Κι όταν τελείωσα και την ειδικότητά μου στο Λαϊκό Νοσοκομείο, πλάι στον μεγάλο Γρηγόρη Σκαλκέα, εκεί άνοιξα το ιατρείο μου. Ηταν δεκάδες οι ασθενείς που έρχονταν στο… παιδί της Πόπης, που ήταν ορθοπεδικός. Γραμματέας μου ήταν η μητέρα μου.

Ο έρωτας για τη Μαρίνα πότε ήρθε;
Ηταν το 1986, στο έκτο έτος της Ιατρικής, σε ένα πολύ βαρύ καλοκαίρι από τις εφημερίες και τις κλινικές. Ηρθαν φίλοι μου και με ξεσήκωσαν να πάμε στην Πάρο, όπως και έγινε. Πήγα, λοιπόν, Δεκαπενταύγουστο του 1986 στην Πάρο. Να σημειώσω εδώ ότι μάθαινα γερμανικά για να συνεχίσω στη Χαϊδελβέργη την ειδικότητα. Στο λιμάνι της Πάρου, στον Μύλο, βλέπω τη γυναίκα μου να περπατάει με μια φίλη της. Μόλις είχαν κατέβει από το καράβι κι αναζητούσαν κατάλυμα. Ηταν φοιτήτρια στο πρώτο έτος της Φιλολογίας. Την πλησιάζω και της λέω: «Σπρέχεν Ντόιτς;» Γυρίζει νευρικά και μου λέει: «Ελληνίδα είμαι. Δεν με κατάλαβες;»

Καμάκι; Ηταν θεμιτό εκείνη την εποχή;
Θεμιτό, ξεθεμιτό, αυτό έκανα κι εκείνη αντέδρασε όπως σας είπα, συν μια φράση ακόμη, που δεν θα σας την πω… Με λίγα λόγια, δεν μου έδωσε σημασία, αλλά μετά την ξαναβρήκα, μιλήσαμε λίγο, άκουσε ότι είμαι φοιτητής Ιατρικής, την εντυπωσίασε ίσως και το στιλ μου, που δεν ήταν ενός «ανθρώπου του σαλονιού». Εγώ έκανα πολεμικές τέχνες.

Η σχέση συνεχίστηκε με τον εξής παράδοξο τρόπο: Η Μαρίνα είχε πετύχει στη Νομική. Ηθελε όμως τη Φιλολογία. Πέρασε τελικώς Φιλολογία στα Γιάννενα και προσπαθούσε να πάρει μετεγγραφή στην Αθήνα. Παντρευτήκαμε με πολιτικό γάμο κι έτσι πήρε τη μετεγγραφή, αφού είχε σύζυγο φοιτητή. Ο θρησκευτικός γάμος έγινε το 1991.

Τόσα χρόνια μετά και έχετε μια ζωντανή σχέση. Πώς την κρατάτε έτσι;
Ο εσωτερικός θαυμασμός κρατάει τη φλόγα. Εχει όμως να κάνει και με την αυτογνωσία και την ωριμότητα που έχει ο καθένας. Προφανώς οι δυο μας, για διαφορετικούς λόγους, είχαμε ωριμάσει στη ζωή μας πολύ πρόωρα. Εκείνη, επειδή ήταν το μοναχοπαίδι της οικογένειας. Συνδύαζε όμως ηθική και τσαμπουκά μαζί. Η Μαρίνα δεν ενδιαφέρεται για το τι θα πει ο άλλος. Τη νοιάζει τι θα κάνει εκείνη. Αν θέλει ο περίγυρος να την καταλάβει, ας την ψάξει εκείνος για να καταλάβει ποια είναι. Γελάει με την πρόκληση και τη χαζομάρα που γίνεται στην κριτική που της κάνουν.

Το επικροτείτε το στιλ της όμως; Ή της λέτε πού και πού «μαζέψου λίγο»;
Είμαστε άνθρωποι ελεύθεροι και δεν μας αρέσει να είμαστε δυνάστες ο ένας στον άλλον. Εχει σημασία το εξής: Γουστάρεις να είσαι μαζί με τον άλλον, όπως είναι; Δεν γουστάρεις; Φεύγεις. Αρα, λοιπόν, λες την άποψή σου και μέχρι εκεί. Η κοινωνία σε ορισμένα ζητήματα είναι λίγο υποκριτική. Κοιτάει την επιφάνεια. Πρέπει αυτά τα ταμπού, που δείχνουν ανωριμότητα και κόμπλεξ, να σταματήσουν να υπάρχουν. Εμείς, λοιπόν, γουστάρουμε να τα προκαλούμε και λίγο αυτά. Ετσι, για να σπάσουν τα ταμπού. Σημασία ξέρετε τι έχει; Το τι προσφέρεις στην κοινωνία. Αυτό μετράει.

Ωραίος άντρας και με τόσους πειρασμούς γύρω σας, λοξοκοιτάξατε ποτέ;
Δεν πρέπει να είμαστε των ενστίκτων, αλλά των αισθημάτων. Το συνεχές κυνήγι δεν οδηγεί πουθενά. Είναι κανένας από αυτούς ευτυχισμένος;

Η Μαρίνα διαλέγει τα ρούχα σας;
Οι γραβάτες είναι επιλογή της. Κοστούμια, επειδή εγώ δεν ψωνίζω, μου φέρνει κάποια, διαλέγω αυτό που θέλω και τα άλλα επιστρέφονται. Η γυναίκα μου έχει απρόβλεπτο γούστο. Εχει φοβερό γούστο. Αν δεν ήταν φιλόλογος, σίγουρα θα ήταν στο μόντελινγκ.

Τα κομποσκοίνια που φοράτε είναι δώρα;
Ναι, του γιου μου Αλέξανδρου. Τα έχει πάρει από εκδρομή σε μοναστήρι και είναι διαβασμένα από ιερείς. Μου τα χάρισε για να με φυλάει ο Θεός.

Εσείς εδώ και χρόνια υπερψηφίζεστε και στην Αυτοδιοίκηση και στον ιατρικό συνδικαλισμό. Τι έχετε που τους κάνει να σας προτιμούν;
Συνάδουν τα λόγια με τις πράξεις μου. Αυτό που λείπει από την πολιτική σήμερα, δηλαδή.

Αν ήσασταν υπουργός όμως, μπορεί να το κάνατε κι εσείς αυτό;
Δεν κάνω εγώ για τέτοια. Θα ήμουν καλός στην κοινωνία, κακός στο κόμμα. Συνεχώς θα ήμουν ένας «αντάρτης».

Προτάσεις για βουλευτιλίκι όμως έχουν γίνει. Κάνω λάθος;
Συνεχώς από το 2000 κι από πολλούς χώρους.

 

Η ΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΑ ΤΩΝ ΕΘΕΛΟΝΤΩΝ

Η συζήτησή μας δεν μπορεί να μην περιστραφεί και στην πρωτοβουλία που ανέλαβε με τη δημιουργία της κίνησης «Πρωτεύουσα ξανά».

Η «Πρωτεύουσα ξανά» τι ακριβώς είναι; Μπορεί να γίνει και κόμμα;
Εγώ δεν έχω αυτή την πρόθεση. Αυτό που θέλω είναι η ατμομηχανή της Αυτοδιοίκησης να δουλεύει. Η «Πρωτεύουσα ξανά» είναι μια κίνηση πολιτών που θα δημιουργήσουν τη δυναμική, πάνω από τους νταραβερτζήδες που θέλουν την Αθήνα για κομματικές ή άλλες συνεννοήσεις. Εγώ σέβομαι και τις οικογένειες και τους πορφυρογέννητους, αλλά σέβομαι και τα παιδιά της κυρα-Μαρίας και της κυρα-Πόπης… Γι’ αυτό έχουμε ήδη επισήμως 5.000 καταγεγραμμένους εθελοντές κι αυτό θα γίνει κύμα.

Ποιος θα στηρίξει αυτήν την κίνηση;
Δεν με ενδιαφέρει ποιος θα τη στηρίξει. Τη στηρίζουν οι «επώνυμοι-ανώνυμοι» Αθηναίοι. Να μας πουν τώρα τα κόμματα: Ποιος είναι ο εκλεκτός τους; Οk… Αν θέλουν να μας στηρίξουν τα κόμματα, εδώ είμαστε.

Θα θέλατε τη στήριξη της Δεξιάς, φαντάζομαι…
Υπάρχουν και από άλλες παρατάξεις άνθρωποι που βλέπουν την προσπάθειά μας με πολύ καλή διάθεση.

Θα σας αφήσουν τα συμφέροντα, που θα θέλουν τους εκλεκτούς τους;
Δεν πιστεύω στα συμφέροντα. Υπάρχουν μέχρι να σπάσουν. Είδατε εσείς καμιά επανάσταση από τα συμφέροντα; Τα συμφέροντα όταν είναι άπληστα τελειώνουν.

Πηγή: Espresso – Βίβιαν Μπενέκου